αναλυτικός


αναλυτικός
[аналитикос] εκ. аналитический.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αναλυτικός" в других словарях:

  • ἀναλυτικός — analytical masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αναλυτικός — ή, ό (Α ἀναλυτικός, ή, όν) [ἀναλύτης] ο σχετικός με την ανάλυση νεοελλ., λεπτομερής, εξονυχιστικός, διεξοδικός …   Dictionary of Greek

  • αναλυτικός — ή, ό επίρρ. ά 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην ανάλυση: Αναλυτική εξέταση αίματος. 2. λεπτομερειακός: Συντάχθηκε από το υπουργείο Παιδείας το αναλυτικό πρόγραμμα των μαθημάτων των γυμνασίων και λυκείων της χώρας. 3. στη λογική, «αναλυτική… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀναλυτικά — ἀναλυτικός analytical neut nom/voc/acc pl ἀναλυτικά̱ , ἀναλυτικός analytical fem nom/voc/acc dual ἀναλυτικά̱ , ἀναλυτικός analytical fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναλυτικῶν — ἀναλυτικός analytical fem gen pl ἀναλυτικός analytical masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναλυτικόν — ἀναλυτικός analytical masc acc sg ἀναλυτικός analytical neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναλυτικοῖς — ἀναλυτικός analytical masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναλυτικοῦ — ἀναλυτικός analytical masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναλυτικῆς — ἀναλυτικός analytical fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναλυτικῇ — ἀναλυτικός analytical fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)